Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Σύντομο αφιέρωμα στον Μακαριστό Μητροπολίτη Κυρό Παντελεήμονα: Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Κώστας Μυγδάλης, Δρ.Θ


  Το πολιτικοκοινωνικό αλλά και εκκλησιαστικό τοπίο μετά τον εμφύλιο  χρωματίζεται από την σχεδόν θεσμική παρουσία  του συμμαχικού παράγοντα, η οποία  κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα της ζωής της χώρας. Η σύνδεση των ιεραρχών με την πολιτική εξουσία ήταν στενή και η αλληλεξάρτησή τους άμεση. Η Ιεραρχία της Ελλάδας άλλωστε, εξ αιτίας της ιδιότητας που η ίδια προσέδιδε στον εαυτό της ως θεματοφύλακα της πνευματικής και εθνικής κληρονομιάς, έθετε πάντοτε τις δυνάμεις της στην υπηρεσία των φορέων εκείνων που αγωνίζονταν για τις εθνικές ή τις φερόμενες ως εθνικές υποθέσεις.
Εμφανέστερη και πιο δραστήρια υπήρξε η δράση στον τομέα αυτόν των ατόμων εκείνων που ανήκαν στις λεγόμενες εκκλησιαστικές οργανώσεις. Στις οργανώσεις αυτές, που πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η «Ζωή», κυριάρχησαν τάσεις συνεργασίας και επαφής με την κοσμική εξουσία για καλύτερη εξυπηρέτηση του έργου τους, που υπήρξε πράγματι πολυσχιδές, αλλά και στερέωσης του γοήτρου της πολιτικής εξουσίας και κυρίως του βασιλικού οίκου.
Με τη στράτευση μάλιστα των μελών τους σε έναν αγώνα «ηθικοποίησης» της κοινωνικής ζωής, μια και αυτοί εμφανιζόταν ως οι  συνειδητοί και αγωνιζόμενοι Έλληνες Χριστιανοί, απέκτησαν έναν άμεσο πολιτικό ρόλο. Ταυτόχρονα η συλλογικότερη, σε σχέση με την επίσημη Εκκλησία οργάνωσή τους, παρείχε σ’ αυτές τη δυνατότητα να κινητοποιούν ευκολότερα ομάδες ανθρώπων για την επίτευξη των στόχων τους. Ένας εξ αυτών, ίσως ο κύριος, ήταν η επέμβαση στον χώρο της «επίσημης» Εκκλησίας, «αποκαθαίροντάς» την, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους.
Η Ιεραρχία από θεσμική θέση αντιτάχθηκε σ’ όλη αυτή την κίνηση, αν και ένα μεγάλο μέρος των ιδεολογικών κατευθύνσεών της ανταποκρινόταν και στις δικές της πεποιθήσεις, γιατί η άσκηση κριτικής από μέρους των οργανώσεων για ηθικό έλλειμμα στο χώρο της, πίστευε ότι έθετε σε κίνδυνο την ίδια την υπόστασή της.
Μέσα σε αυτό το τοπίο η Εκκλησία της Ελλάδας κλήθηκε να χαράξει την δικιά της πορεία, να καθορίσει την δικιά της θέση  πάνω στα διορθόδοξα και διαχριστανικά πράγματα που απασχολούσαν εκείνη την περίοδο τον κόσμο. Και ενώ στα διορθόδοξα ακολουθούσε λίγο ως πολύ  την γραμμή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα διαχριστιανικά η κατάσταση δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολη και βατή. Άλλωστε στα διορθόδοξα πράγματα, αισθανόταν ως μια από τις λίγες ελεύθερες εκκλησιές και μπορούσε εύκολα να  ομιλεί και για λογαριασμό της υπόλοιπης «υπόδουλής» υπό τον κομουνισμό Ορθοδοξίας. Το παλάτι, η πολιτική εξουσία και ο συμμαχικός παράγοντας ήθελαν επί πλέον την Εκκλησία της Ελλάδας ενεργό και δυναμικό μέλος των διαχριστιανικών σχέσεων, μια και αυτές κατά ένα σαφή τρόπο καθόριζαν και αναδείκνυαν η ενότητα του δυτικού κόσμου.
Εδώ όμως εμφανιζόταν μια σειρά από προβλήματα. Σημαντική παράμετρος της όλης ζωής και δράσης της Εκκλησίας της Ελλάδας υπήρξε ο εθνοκεντρισμός της Ιεραρχίας και γενικότερα του ιερατείου, που εύκολα, φυσικά, διοχετευόταν και στο λαό. Με βάση αυτά τα  εθνοκεντρικά ιδεολογήματα, παρουσιάστηκε η άποψη ότι η πολιτική ενότητα της Ελλάδας βασίζεται στην ενότητα της θρησκευτικής πίστης των Ελλήνων και ότι αυτή η άποψη έπρεπε να αξιοποιηθεί στην εποχή εκείνη, με την άσκηση ανάλογης πολιτικής. Έχει σημασία ότι ακόμα και η συμμετοχή της ελλαδικής Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο αμφισβητείται με βάση αυτά τα ιδεολογήματα. Ποιος ο λόγος να σπεύδει να αποδεχτεί η Εκκλησία την ένωση των εκκλησιών; Αφού επιβίωσε η θρησκεία του γένους στη δουλεία, δεν θα προκόψει τώρα στην ελευθερία; Αφού έθνος και θρησκεία στην Ελλάδα δεν διαχωρίζονται, δεν κινδυνεύει να ατονήσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων.  
Με βάση αυτές τις απόψεις αφενός, και αφετέρου με την παρουσία φονταμενταλιστικών προτεσταντικών στοιχείων και ομάδων που διεισδύουν στον ελληνικό χώρο με όπλο την υλική βοήθεια στον καθημαγμένο από τον πόλεμο και τον εμφύλιο ελληνικό λαό, η συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην οικουμενική κίνηση δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Γεγονός είναι ότι οι εκκλησιαστικοί παράγοντες βρίσκονται σε μια διελκυστίνδα: από τη μια η ανάγκη ταύτισης με τις δυτικές δημοκρατίες και σε πολιτισμική βάση, ως απάντηση στην ιδεολογία του σοσιαλισμού, και από την άλλη ο φόβος πως η παρουσία στον ελλαδικό χώρο αυτών προτεσταντικών ομάδων με τα χρήματα που διέθεταν θα μπορούσε να δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα που θα απομάκρυναν τους πιστούς από την κανονική ορθόδοξη πίστη, σε συνδυασμό με το ιδεώδες της πολιτιστικής υπεροχής του «Ελληνισμού», που όπως είπαμε επηρέαζε έντονα τον εκκλησιαστικό χώρο αυτή την περίοδο.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο διαμορφώνονται δύο τάσεις, με τους μετριοπαθείς της και τους ακραίους η καθεμιά, -όπως συμβαίνει συνήθως - σχετικά με τη θέση της ελλαδικής Ορθοδοξίας στον οικουμενικό διάλογο και ειδικότερα για τη συμμετοχή της στο Π.Σ.Ε. Οι αντίθετοι με τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδας ως πλήρους μέλους στο Π.Σ.Ε. ήσαν θετικοί σε μια απισχνασμένη και εν τέλει περιθωριακή παρουσία και οι ιδιαίτερα φιλικοί προς αυτό. Κύριος εκπρόσωπος της πρώτης τάσης ήταν ο μητροπολίτης Σάμου Ειρηναίος Παπαμιχαήλ, ενώ της δεύτερης ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου.
Ο Ειρηναίος,  δεν ήταν εκ των προτέρων αντίθετος στην οικουμενική κίνηση. Θαύμαζε «τον θεσμό της παγκοσμίου κοινότητος», δηλαδή τον Ο.Η.Ε., διότι έτσι μπορεί να εκδηλωθεί η Οικουμενικότητα που μπορεί να εξασφαλίσει την ειρηνική συμβίωση των λαών. Πίστευε μάλιστα ότι η συνεργασία ανάμεσα στα έθνη θα μπορούσε να γίνει παράδειγμα για τη συνεργασία ανάμεσα στις εκκλησίες, χωρίς βέβαια να υπάρχει ο φόβος της συγχώνευσης, .Όμως, μελετητής των Ρώσων θεολόγων της διασποράς καθώς ήταν και καθώς τον απασχολούσε έντονα ο κοινωνικός ρόλος της Εκκλησίας, πίστευε ότι το πνεύμα της Ορθοδοξίας ήταν δύσκολο να διασταυρωθεί με το ιδρυματικό και ατομοκεντρικό πνεύμα του Προτεσταντισμού, πνεύμα που ο ίδιος το ονόμαζε «Αντιτριαδικό». Ο Προτεσταντισμός είναι «θρυμματισμένος καθρέπτης» και εφόσον δεν πραγματοποιείται η ένωση μεταξύ των Προτεσταντών, είναι ανώφελη και ζημιογόνα οποιαδήποτε συζήτηση μαζί τους, διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία φαίνεται ως μια από τις πολλές προτεσταντικές ομολογίες.
Στον αντίποδα αυτών τον αντιλήψεων κινούνται οι απόψεις του από Εδέσσης και Πέλλης Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου. Κατ’ αυτόν, δεν μπορεί η Ορθοδοξία να απέχει από αυτή την προσπάθεια ενότητας των χριστιανών, η οποία είναι η απάντηση στις αντιχριστιανικές τάσεις που επικρατούν στον κόσμο. Καθώς ο Προτεσταντισμός έχει μεταβάλει την στάση του απέναντι στην Ορθοδοξία, αυτή δεν μπορεί να αδιαφορεί για όσα συμβαίνουν στη Δύση και να αποποιηθεί τη βοήθειά της, μέσα στα πλαίσια της κανονικότητας βέβαια. Τα αρχικά κίνητρα του Παντελεήμονος για την ολόθερμη υποστήριξή του στο οικουμενικό συμβούλιο, ήταν έξω από τους στόχους της χριστιανικής ενότητας και μάλλον, όπως και ο ίδιος ομολογούσε τότε, πολιτικοί ήταν οι λόγοι που τον ανάγκασαν: «Οίκοθεν ωσαύτως νοείται, ότι οι καθ’ ημάς χαλεποί καιροί τοιαύτα κυρίως ίνα μη είπωμεν μόνον, Συνέδρια επιβάλλουσι και απαιτούσι. Τα άλλα όσα την ενότητα της πίστεως και την ένωσι των Εκκλησιών αποκλειστικώς σκοπούσι, δεν είναι των παρόντων καιρών, δεν είναι καν δυνατά σήμερον και δεν δύνανται να φέρωσι καρπόν δυνάμενον να μείνη».
Αργότερα όμως εκδηλωνόταν υπέρ του Π.Σ.Ε., όχι μόνο λόγω πολιτικών και κοινωνικών σκοπιμοτήτων, αλλά γιατί πίστεψε πραγματικά ότι ήταν δυνατή η χριστιανική ενότητα, γιατί «η δια του παγκοσμίου συμβουλίου των εκκλησιών αναπτυχθείσα αξιέπαινος «Οικουμενική κίνησις» ανεζωπύρωσεν ως ήτο φυσικόν, και την καλήν περί της ενώσεως των Εκκλησιών χριστιανικήν ελπίδα». Διά των συνεδριάσεων και των λοιπών λειτουργιών του Π.Σ.Ε. «αναγνωρίζεται πλέον και ομολογείται η ανάγκη της ενώσεως», και το γεγονός αυτό πιέζει από μόνο του τον διαιρεμένο εκκλησιαστικά χριστιανικό κόσμο, και μάλιστα τον προτεσταντικό», ο οποίος βρίσκεται λόγω της πολυδιάσπασης σε ένα «χάος δογματικό». Είναι λοιπόν το καλύτερο εμπόδιο για να μην επεκταθεί αυτή η διάσπαση, η - με τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας - οικουμενική κίνηση. Αργότερα η Ορθοδοξία θα κερδίσει από αυτή τη συμμετοχή, αφού θα αναγνωριστεί από τους Προτεστάντες η συμβολή της διδασκαλίας της στην ενότητα όλων των χριστιανών.
Σ’ αυτούς που φοβούνται ότι λόγω της οικουμενικής κίνησης θα κινδυνεύσει η Ορθοδοξία από αιρετικές πλάνες απαντά ότι «η Εκκλησία αύτη, διά πολλών κινδύνων και θλίψεων διελθούσα, αγρύπνως και εν ασφαλεία διεφύλαξεν το Ευαγγέλιον και πάσαν υγιαίνουσαν διδασκαλίαν. Αντέστη ηρωϊκώς και νικηφόρος κατά πάσης πλάνης. Εθριάμβευσεν εις αγώνας σκληρούς κατά των αιρέσεων. Ουδεμίαν εφοβήθη επίθεσιν, ουδεμία απέφυγε σύγκρουσιν και καλώς πάντοτε ηγωνίσθη». Έτσι και στο Άμστερνταμ ξεκαθάρισε στους Προτεστάντες ότι δεν μπορεί η ελλαδική Εκκλησία να ανεχτεί τον προσηλυτισμό. Φοβόταν ότι οι «ορμητικοί κύκλοι», που περιλαμβάνουν «υιούς βροντής» και όχι «μαθητές αγάπης», ίσως στο μέλλον να δυσχεράνουν τη συμμετοχή των ορθόδοξων Εκκλησιών. Γι’ αυτό το λόγο διατεινόταν ότι στο ζήτημα της ένωσης δεν χωρούν οι εγωισμοί, η σπουδή και η οξύτητα, αλλά μόνο η υπομονή και η αγάπη.
Στο πρόβλημα της δογματικής βάσης του Π.Σ.Ε., το οποίο ήταν το σημείο όπου «συγκέντρωναν τα πυρά τους» ο μητροπολίτης Ειρηναίος και οι άλλοι αμφισβητίες, πρότεινε την αποδοχή από όλους ως βάσης της οικουμενικής κίνησης του Συμβόλου Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως (Α΄ και Β΄ Οικουμενικές Σύνοδοι). Ακόμα προσθέτει ότι ο κύριος σκοπός του Π.Σ.Ε. παραμένει πρακτικός, δηλαδή η συζήτηση για κοινωνικά θέματα και η αλληλεγγύη μεταξύ των εθνών. Ακόμα, η μέριμνα για τη νεολαία και η ενεργοποίησή της για χριστιανικούς σκοπούς. Δεν μπορεί, λοιπόν, η ορθόδοξη Εκκλησία να είναι αδιάφορη για την ειλικρινή συζήτηση μεταξύ των χριστιανών και το κυριότερο να αποστέργει τη συνεργασία για τις ανάγκες του κόσμου. Ειρωνεύεται, λοιπόν, όσους ματαιόδοξα περιμένουν οι άλλοι «να έρθουν να τους γνωρίσουν και να προσκυνήσουν». Παράλληλα προσπαθεί να διασκεδάσει τους φόβους κάποιων ότι ο Προτεσταντισμός, που εκείνη την εποχή εμφανιζόταν ισχυρότερος θα συρρικνώσει την αδύναμη και λόγω πολιτικών εξελίξεων Ορθοδοξία, επισημαίνοντας πολύ διπλωματικά,  ότι η συμμετοχή της ορθόδοξης Εκκλησίας στο συμβούλιο είναι για παρατήρηση και μετάδοση κάποιων αληθειών και όχι για κοινωνία μεταξύ των δογμάτων.
Έχοντας υπόψη τις αντιρρήσεις του μητροπολίτη Ειρηναίου ότι δεν μπορούν μόνες τους μερικές ορθόδοξες Εκκλησίες να συζητούν τις αλήθειες της πίστης με ετερόδοξους, την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος των Ορθοδόξων είναι εκτός του Π.Σ.Ε., κάνει μια διαφορετική αξιολόγηση της κατάστασης, που δικαιώνει τις δικές του θέσεις: ακριβώς η εμπερίστατη κατάσταση που βρίσκονται πολλές ορθόδοξες Εκκλησίες δεν επιτρέπει τη σπουδή στη λήψη των αποφάσεων, γιατί στο μέλλον θα φανούν τα αποτελέσματα του οικουμενικού διαλόγου και μια βιαστική απόφαση της ελληνικής Εκκλησίας μπορεί να δεσμεύσει όλη την Ορθοδοξία. Προτρέπει μάλιστα όσους ασχολούνται με αυτά τα θέματα να μην διατυπώνουν ακραίες απόψεις, οι οποίες φανερώνουν προσωπικές αδυναμίες και βλάπτουν την Εκκλησία.
Το 1959 ο μητροπολίτης Παντελεήμων φιλοξενεί στη Θεσσαλονίκη ειδική επιτροπή του Π.Σ.Ε. η οποία συνέρχεται για να μελετήσει θέματα που έχουν να κάνουν με χώρες που επιδιώκουν μια κοινωνική μεταρρύθμιση και το πώς μπορεί να τις βοηθήσει ο χριστιανικός κόσμος. Ο Παντελεήμων αισθάνεται μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί η πόλη του φιλοξενεί μια εκδήλωση του Π.Σ.Ε., αλλά γιατί φιλοξενεί μια τέτοια ακριβώς συνεδρίαση.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι απόψεις του Παντελεήμονα για το Κυπριακό ζήτημα και την απελευθέρωση της Κύπρου από τον Βρετανικό ζυγό οι οποίες κινούνται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτές του Ειρηναίου. Οι βιαιότητες των Βρετανών αποικιοκρατών θεωρούνται, από τον Ειρηναίο, ως λόγος για τον οποίο η ελληνική Εκκλησία έπρεπε να απέχει από τα «συνέδρια των Προτεσταντών», παρά τους πολιτικούς λόγους που καθόρισαν τη συμμετοχή της, δηλαδή την επιβολή «του συγκροτήματος των δυνάμεων της Δύσεως». Ο μητροπολίτης Παντελεήμων συμβάλει ώστε να τεθεί το θέμα προς συζήτηση στην επιτροπή Διεθνών σχέσεων του Π.Σ.Ε στο πλαίσιο της Β΄ Γεν. Συνέλευσης, τονίζοντας ότι  «η παράτασις της κρατούσης σήμερον οδυνηράς καταστάσεως, ου μόνον θα ενισχύση έτι πλέον το εν τω κόσμω κρατούν πνεύμα της αδικίας, επί προφανεί κινδύνω των ιδεωδών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, αλλά και θα δυσχεράνει πολύ το έργον της αληθούς εν τω κόσμω ειρήνης και θα εκμηδενίσει την αξίαν των συγχρόνων αγώνων και θυσιών υπέρ των ανθρωπίνων δικαίων». Αυτού του είδους τα επιχειρήματα για ένα δίκαιο εθνικό αγώνα, μακριά από εθνικιστικές εξάρσεις από τη μια, και από την άλλη με τοποθέτηση του επιμέρους θέματος σε επίπεδο πανανθρώπινων αξιών, συνηγορούν, ασφαλώς, υπέρ της άποψης ότι στην Ελλάδα, ακόμα και σ’ αυτή τη μετεμφυλιακή εποχή, υπήρχαν φωνές στον ορθόδοξο ελληνικό χώρο, οι οποίες, ίσως κάτω από ένα άλλο περιρρέον κλίμα, να είχαν διατυπώσει μια αξιόλογη πρόταση οικουμενικής θεώρησης των εκκλησιαστικών θεμάτων. Σε αυτήν την ομάδα συγκαταλέγεται ασφαλώς και ο Παντελεήμων.
Έχοντας το προνόμιο, για την εποχή εκείνη, να ομιλεί ξένες γλώσσες ήταν εκ των ελαχίστων εκείνων ιεραρχών, που συμμετείχε σε διεθνείς διαδικασίες και που μαζί με τους γνωστούς «οικουμενιστάς» πανεπιστημιακούς που ήταν οι μόνιμοι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και της Ελλαδικής Εκκλησίας στο Π.Σ.Ε, τους Αμίλκα Αλιβιζάτο, Βασ. Ιωαννίδη, Νίκο Νησιώτη, Ι. Καμίρη, διέσωσαν το κύρος και το οικουμενικό πρόσωπο της Ορθοδοξίας. Σε αυτό το οικουμενικό υπό την ευρεία έννοια ρεύμα, όμως, εντάσσεται και η δραστηριότητα του τότε αρχιμανδρίτη καθηγητή Ιερώνυμου Κοτσώνη, οποίος μάλιστα πολλές φορές κατηγορήθηκε για προτεσταντισμό, όχι μόνο από συντηρητικούς κύκλους, αλλά ακόμη και από την εφημερίδα ΑΥΓΗ. όχι μόνο δια του τύπου, αλλά και ενώπιον της Συνόδου το 1951 από τον τότε αρχιμανδρίτη Αυγουστίνο Καντιώτη με την ευκαιρία της έκδοσης του βλάσφημου κατά τον καταγγέλοντα  βιβλίου του Άουσλερ. Αλλά και ενώπιον δικαστικής αρχής κατηγορήθηκε, και μάλιστα το 1962 τις παραμονές της αρχιεπισκοπικής εκλογής στην οποία εφέρετο ως υποψήφιος.
Τι συνέβη λοιπόν και το 1967 όταν ο Ιερώνυμος εκλέγεται με τον γνωστό τρόπο αρχιεπίσκοπος και με βάση τον νόμο 214 που ορίζει σαν λόγο κρίσεως την «απώλεια της έξωθεν καλής μαρτυρίας»,  προεδρεύει ο ίδιος συνοδικού δικαστηρίου  το οποίο καθαιρεί τον τότε Αττικής Ιάκωβο Βαβανάτσο και τον Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα; Ας σημειωθεί μάλιστα, αναφορικά με τον μητροπολίτη Ιάκωβο Βαβανάτσο, ότι  άλλο  συνοδικό δικαστήριο ασχολούμενο το 1962 με τις εναντίον του καταγγελίες, εξετάζοντας 70 μάρτυρες και συντάσσοντας πόρισμα 135 σελίδων τον είχε απαλλάξει τελείως  από αυτές, ενώ για τον Παντελεήμονα η δικαίωση δεν ήρθε ποτέ. Επί πλέον ο Ιάκωβος Βαβανάτσος ήταν δηλωμένος εχθρός των οργανώσεων που τις αποκαλούσε "προτεσταντισμό ελληνικής εμπνεύσεως". Ενώ ο Παπαγεωργίου ουδέποτε συγκρούσθηκε με αυτές και από την πλευρά τους αυτές δεν συμμετείχαν, τουλάχιστον ανοικτά, στην διαδικασία σπίλωσής του που άνοιξε η εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ».
Το γεγονός ότι ήταν πνευματικοπαίδι του Παντελεήμονα Φωστίνη, ήδη αποτελούσε  έναν λόγο για τον οποίο ο Παπαγεωργίου έπρεπε να εξολοθρευτεί. Στους ανθρώπους του μητροπολίτη Παντελεήμονα Φωστίνη καταλόγιζαν οι «Ζωικοί» την μη εκλογή του Κοτσώνη το 1962 στον αρχιεπισκοπικό θώκο. Στο γνωστό  «Τάγμα Φωστίνη» καταλογίζει και ο πρώην μητροπολίτης Αττικής Νικόδημος Γκατζιρούλης  και την κρίση του 1972 που οδήγησε τον Ιερώνυμο σε παραίτηση. Μια κρίση την οποία από το 1969 μεθοδικά καλλιεργούσε, κατ’ αυτόν, το άλλο πνευματικό τέκνο του Παντελεήμονα Φωστίνη: ο πρόσφατα αποθανών μητροπολίτης Κορινθίας Παντελεήμων, παίρνοντας έτσι τελικά εκδίκηση για την αποπομπή του μητροπολίτη Παντελεήμονα Παπαγεωργίου και άλλων.
Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο μητροπολίτης Παντελεήμων ήταν ιεράρχης γνώμης. Και στις δικτατορίες και στις «Αριστίδην» Συνόδους τέτοιοι άνθρωποι δεν χωρούν. Προφανώς και πέραν του συγχαρητηρίου τηλεγραφήματος το οποίο ο μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου απέστειλε προς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Κοτσώνη, οι άνθρωποί του γνώριζαν ότι ο Παπαγεωργίου δεν ήταν δυνατόν να κάτσει ήσυχος και να αποδεχθεί αυτήν την κατάσταση. Δεν επρόκειτο δηλαδή ο ίδιος να συμβιβαστεί με την μεγάλη ιδέα της κάθαρσης της Εκκλησίας την οποίαν έχοντας ως σημαία οι φίλοι του Ιερωνύμου Κοτσώνη, παρά πάσαν έννοια δικαίου και εκκλησιαστικής τάξεως, εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα της χούντας και κατέλαβαν της εκκλησιαστική εξουσία του τόπου.  Επί πλέον η μεγάλη μητρόπολη της Θεσσαλονίκης, της συμπρωτεύουσας και συμβασιλεύουσας κατ’ άλλους, έπρεπε να έχει ως μητροπολίτη πρόσωπο φιλικό προς την Χούντα και τον αρχιεπίσκοπο.
Τέλος η καλά κρυμμένη αλλά ζωηρή επιθυμία του Αρχιμανδρίτη Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, ο οποίος είχε καλλιεργήσει ένα χαμηλό προφίλ ενός εξαίρετου κληρικού ο οποίος σεμνά και ταπεινά συμμετείχε ενεργά στην ζωή της πόλης, ήταν ο άλλος κυρίαρχος λόγος που οδήγησε στην εκπαραθύρωση του Παντελεήμονα. Είναι προφανές πως εκκλησιαστικός άνδρας με ήθος, το οποίο δεν διέθετε ο Παρασκευόπουλος, δεν καθίσταται παράνομος θρονεπιβάτης, παρά επιλέγει απλά κάποια άλλη μητρόπολη.
Ζητήθηκε από τον Παντελεήμονα να ακολουθήσει τον δρόμο και άλλων αρχιερέων και να παραιτηθεί, αλλά αυτός δεν το έπραξε και επέλεξε την οδό της αντιπαράθεσης, βέβαιος ίσως ότι η σκευωρία δεν αντέχει ούτε σε μια παρωδία δίκης. Ήταν από τις χειρότερες στιγμές της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας. Η Ιεραρχία, με πρώτον τον αρχιεπίσκοπο, δέσμια των καταγγελιών αθλίων υποκειμένων και συκοφαντών, όπως ο πολύς Ρήγας, δεν τολμά να αναδείξει τις σαθρές κατηγορίες, αλλά μένει στο γεγονός πως με βάση αυτές, ο κατηγορούμενος, ούτως ή αλλέως, έχει απολέσει την έξωθεν καλή μαρτυρία.
Είναι νωπές ακόμη οι  αναμνήσεις των τιμών των οποίων απολάμβανε ο Ρήγας από την ιεραρχία, όταν αυτή συγκεντρωνόταν στις επίσημες τελετές του πολιούχου της πόλης. Φάνταζε να είναι το τιμώμενο πρόσωπο ο Ρήγας. Απολάμβανε τιμών εκκλησιαστικού  εισαγγελέα.
Οι στιγμές για τον Παντελεήμονα είναι εξαιρετικά δύσκολες. Ο Πατίλης τον κρατά έγκλειστο στο μητροπολιτικό μέγαρο και απαγορεύει κάθε επικοινωνία μαζί του. Οι ψίθυροι μέσα στην πόλη δίνουν και παίρνουν. Η χούντα δεν επιτρέπει τον Παντελεήμονα να λειτουργήσει. Οι φήμες οργιάζουν και φέρουν τον Πανελεήμονα να έχει μια οξεία πολιτική συζήτηση με τον Παττακό, στην οποία του καταλογίζει την κατάλυση της Δημοκρατίας.  Οι προσωπικές μου, οι παιδικές μου αναμνήσεις από την περίοδο εκείνη, είναι ισχυρές και θυμάμαι το πόσο μεγάλο τμήμα του λαού  της πόλης συνέπασχε  με τον Παντελεήμονα, ενώ  ο δημοκρατικός κόσμος έβλεπε  στο πρόσωπό του μια σαφή, μια καθαρή μορφή αντίστασης κατά της Χούντας. Την ίδια μορφή αντίστασης είδε όταν ο Παντελεήμων κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τον γνωστό τίτλο ΕΠΙΣΤΟΛΗ το οποίο κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι όπως η μουσική του Θεοδωράκη τότε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο Παντελεήμων ήταν πάντα ιδιαίτερα συμπαθής στον προοδευτικό κόσμο της Θεσσαλονίκης. Άνθρωπος σοβαρός και αξιοπρεπής, έχαιρε σεβασμού και αναγνωρίσεως από όλους. Ιδιαίτερα μάλιστα από αυτούς που τότε ονομάζαμε δημοκρατικούς της Ενώσεως Κέντρου και αριστερούς της ΕΔΑ. Έτρεφαν σεβασμό  προς το πρόσωπό του. Περιόριζε την δραστηριότητά του στα καθαρώς εκκλησιαστικά του καθήκοντα και δεν ήθελε ποτέ να αναμιχθεί στα πολιτικά πράγματα της ταραγμένης περιόδου του πρώτου και του δεύτερου Ανένδοτου Αγώνα του Γεωργίου Παπανδρέου.
Όμως όλα ξεχνιούνται. Άλλωστε και ο Παρασκευόπουλος είχε δημιουργήσει ένα καλό προφίλ και εν πάση περιπτώσει ο κόσμος ανέμενε να δει τι  το νέο θα φέρει στην πόλη. Σύντομα όμως κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, από όλους εκείνους τους άθλιους ύμνους του προς την Χούντα και από τις γελοίες πλέον ραδιοφωνικές του εκπομπές.
Το θέμα της επιστροφής του Παντελεήμονα στην  μητρόπολη Θεσσαλονίκης, ξανατέθηκε στην υπό τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ νέα ιεραρχία, η οποία ενώ τον απεκατέστησε ηθικά, τον Ιούλιο του 1974, δεν το επανατοποθέτησε στην μητρόπολη Θεσσαλονίκης καθότι, μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι ο Παντελεήμων είχε συμπληρώσει το 72ο έτος της ηλικίας του! Καιρός της μεταπολίτευσης. Ο τόπος είχε τα προβλήματά του και η ιεραρχία προσπαθούσε να κρύψει τις ντροπές της. Ποιος να ακούσει τον γηραιό πλέον Παντελεήμονα και πού να βρει το δίκιο του;
Η περιπέτεια του από Εδέσσης και Πέλλης Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου, ενός συνετού και διακριτού ιεράρχη, ενός ανθρώπου γνώμης, ανήκει στην ιστορία και μέσα από αυτήν προβάλλουν ανάγλυφα τα προβλήματα και οι συμπεριφορές της νεώτερης εκκλησιαστικής ιστορίας αυτού του τόπου, μερικά από τα οποία ακόμη και σήμερα ταλαιπωρούν την Εκκλησία.